Η Έλλη Πασπαλά παραχώρησε συνέντευξη στο ΒΗΜΑ και στον Γιώργο Νάστο, με αφορμή την εμφάνισή της στο Kournos Music Festival. Εκεί επιστρέφει σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές της δισκογραφίας της, παρουσιάζοντας ξανά το εμβληματικό άλμπουμ «Το νησί των λωτοφάγων», 36 χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του. Η ίδια αντιμετωπίζει αυτή την επιστροφή όχι σαν μια απλή αναβίωση, αλλά σαν μια ευκαιρία να ξανασυστηθεί με τον παλιό της εαυτό: να ακούσει, να συγκρίνει, να αναγνωρίσει την απόσταση που έφερε ο χρόνος στη φωνή, στο σώμα και – ίσως περισσότερο απ’ όλα – στον τρόπο που αντιλαμβάνεται σήμερα την ερμηνεία.
Αυτό που αναδύεται από τα λόγια της είναι μια σπάνια ειλικρίνεια: η παραδοχή ότι η φωνή δεν μπορεί να παραμείνει ίδια, αλλά και η επίγνωση ότι η ωριμότητα δεν είναι απώλεια· είναι ανταλλαγή. Άλλες δυνατότητες φεύγουν, άλλες έρχονται. Κι εκεί, στην ισορροπία ανάμεσα σε τεχνική, εμπειρία και συναίσθημα, κρύβεται η ουσία της καλλιτεχνικής της στάσης σήμερα.
«Δεν έχω ανάγκη για επίδειξη και για βιρτουοζιτέ» και η σχέση με τις παλιές ηχογραφήσεις
Όταν μπαίνει στη διαδικασία να ακούσει μια παλιά δική της δουλειά, η πρώτη σκέψη που της έρχεται – όπως εξηγεί – είναι η φωνή. Ποια ήταν τότε και ποια είναι τώρα. Η σύγκριση δεν γίνεται με νοσταλγία ή με διάθεση αυτοεπιβεβαίωσης, αλλά σχεδόν με ένα «ερευνητικό» βλέμμα: σαν να εξετάζει ένα πολύ γνώριμο, αλλά ταυτόχρονα μακρινό υλικό.
Έχουν περάσει πολλά χρόνια, και «δεν είναι η ίδια φωνή – δεν γίνεται να είναι η ίδια φωνή». Η διαπίστωση αυτή δεν περιέχει πίκρα. Αντίθετα, μοιάζει με αποδοχή μιας αλήθειας που αφορά κάθε άνθρωπο και ειδικά κάθε ερμηνευτή: το όργανο της έκφρασης είναι ζωντανό, μεταβάλλεται, φθείρεται, αλλά και βαθαίνει.
Μιλώντας για την εμπειρία της ακρόασης, η Έλλη Πασπαλά παραδέχεται πως, αν είναι τυχερή, ακούει πράγματα που ακόμη της αρέσουν και τη συγκινούν. Και διευκρινίζει ότι αυτό δεν περιορίζεται απαραίτητα σε έναν συγκεκριμένο δίσκο: μπορεί να είναι οποιαδήποτε ηχογράφηση από τα παλιά, καταγεγραμμένη σε μια άλλη εποχή, με άλλες αντοχές και άλλες προτεραιότητες.
Υπάρχουν φορές που ακούει μια φωνή πιο νεανική, με περισσότερη «λάμψη» και ευλυγισία, όμως μαζί με αυτό εντοπίζει και κάτι που σήμερα δεν θα επέλεγε: έναν στόμφο, μια ένταση, ένα «βάρος» στην ερμηνεία που τότε ίσως της φαινόταν απαραίτητο, αλλά τώρα δεν την εκφράζει. Κι εδώ βρίσκεται μια κρίσιμη διάκριση: δεν λέει ότι δεν μπορεί να το κάνει πια, αλλά ότι δεν θα το ήθελε. Η ωριμότητα, άλλωστε, δεν είναι μόνο θέμα δυνατοτήτων· είναι θέμα επιλογών.
Παρά το ότι η ίδια είναι – όπως λέει – ο πρώτος άνθρωπος που κρίνει τον εαυτό του, προσπαθεί να ακούει κάθε δουλειά «με ένα φρέσκο αυτί» και να μην γίνεται υπερβολικά αυστηρή. Άλλοτε εκπλήσσεται ευχάριστα, άλλοτε γίνεται πιο επικριτική, βλέποντας καθαρά τι θα άλλαζε σήμερα. Και, όπως τονίζει, θεωρεί θετικό που θα το άλλαζε: όχι γιατί κάτι ήταν «λάθος», αλλά γιατί εκείνη έχει πια μετακινηθεί.
Η αξία της αφαίρεσης: τι κερδίζει μια φωνή όταν αλλάζει
Η κουβέντα οδηγείται φυσικά σε κάτι που πολλοί αντιλαμβάνονται μεγαλώνοντας: την αξία της αφαίρεσης. Όσο περνά ο χρόνος, απολαμβάνουμε αλλιώς τα πράγματα, λιγότερο εντυπωσιακά ίσως, αλλά πιο ουσιαστικά. Η ίδια συνδέει αυτή τη σκέψη με ένα τραγούδι του Λέοναρντ Κοέν από τον δίσκο “Popular Problems”, το “Slow”, που περιγράφει ακριβώς αυτή τη μετάβαση: την απομάκρυνση από την ανάγκη επίδειξης.
«Δεν έχω ανάγκη για επίδειξη και για βιρτουοζιτέ», λέει, και η φράση αυτή μοιάζει να συνοψίζει όχι μόνο μια αισθητική επιλογή, αλλά και μια στάση ζωής. Ταυτόχρονα όμως δεν ωραιοποιεί την πραγματικότητα: αναγνωρίζει ότι και το σώμα δεν μπορεί πάντα να ανταποκριθεί όπως παλιά. Η φωνή έχει αλλάξει λίγο. Δεν έχει την ίδια ευλυγισία, ούτε το εύρος που είχε. Αυτή είναι η μία πλευρά.
Η άλλη πλευρά είναι αυτό που έχει κερδίσει. Όπως λέει, έχει κατακτήσει κάτι άλλο στον ψυχισμό της: στοιχεία που δεν είχε σε νεότερη ηλικία. Εκεί ακριβώς μετατοπίζεται το κέντρο βάρους της ερμηνείας: λιγότερο στην τεχνική επίδειξη, περισσότερο στην εσωτερική αλήθεια, στην καθαρότητα της πρόθεσης, στο μέτρο που επιτρέπει στο τραγούδι να αναπνεύσει.
Και υπάρχει και μια ακόμη διάσταση, πιο υπαρξιακή: όταν ακούς τον εαυτό σου σε παλιές ηχογραφήσεις, αντιλαμβάνεσαι έντονα το πέρασμα του χρόνου. Δεν είναι μια αφηρημένη έννοια· είναι χειροπιαστό, καταγεγραμμένο, αποτυπωμένο στη φωνή. Στην περίπτωση του «Νησιού των Λωτοφάγων», έχουν περάσει κυριολεκτικά 36 χρόνια – κάτι που η ίδια χαρακτηρίζει «ασύλληπτο».
Κι όμως, ακριβώς μέσα σε αυτή την ασύλληπτη απόσταση, η επιστροφή αποκτά νόημα. Δεν πρόκειται για μια προσπάθεια να ξαναγίνει όπως ήταν, ούτε για μια άσκηση νοσταλγίας. Είναι μια συνάντηση με το τότε, μέσα από το τώρα. Με μια φωνή διαφορετική, αλλά με έναν καλλιτέχνη πιο συνειδητό: χωρίς ανάγκη για επίδειξη και για βιρτουοζιτέ, αλλά με την ήρεμη δύναμη που φέρνει η εμπειρία, η αφαίρεση και η ωριμότητα.



