Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις εισέρχονται στο τρίτο τρίμηνο του 2026 με εντελώς διαφορετικές ταχύτητες. Από τη μία πλευρά, οι μεγάλοι ενεργειακοί όμιλοι αναμένεται να καταγράψουν εντυπωσιακή αύξηση κερδών, καθώς οι αναταράξεις στις διεθνείς αγορές πετρελαίου ενισχύουν τις δραστηριότητες εμπορίας και διαπραγμάτευσης. Από την άλλη, η υπόλοιπη ευρωπαϊκή οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει υψηλό ενεργειακό κόστος, αυξημένες δαπάνες χρηματοδότησης και επιβράδυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Η εικόνα αυτή δημιουργεί μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων λόγω ενέργειας. Οι εταιρείες του ενεργειακού κλάδου φαίνεται να επωφελούνται από την αστάθεια, ενώ οι επιχειρήσεις της μεταποίησης, των υπηρεσιών και άλλων κλάδων βλέπουν το κόστος παραγωγής να αυξάνεται και τα περιθώρια κέρδους να περιορίζονται.
Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις δύο ταχυτήτων λόγω ενέργειας
Σύμφωνα με τα στοιχεία της LSEG, τα οποία δημοσιεύει το Reuters, οι εταιρείες του δείκτη STOXX 600 αναμένεται να εμφανίσουν συνολική αύξηση κερδών κατά 21,9% σε ετήσια βάση. Η πρόβλεψη αυτή αναθεωρήθηκε προς τα πάνω, καθώς μία εβδομάδα νωρίτερα η εκτιμώμενη αύξηση ανερχόταν στο 20,7%.
Εφόσον οι προβλέψεις επιβεβαιωθούν, θα πρόκειται για τη δεύτερη ισχυρότερη αύξηση κερδών των τελευταίων τεσσάρων ετών. Οι εκτιμήσεις βασίζονται τόσο στα αποτελέσματα 47 εταιρειών που είχαν ήδη ανακοινώσει τις οικονομικές τους επιδόσεις όσο και στις προβλέψεις των αναλυτών για τις επιχειρήσεις που δεν είχαν ακόμη δημοσιεύσει στοιχεία.
Ωστόσο, η συνολική εικόνα δεν αποτυπώνει πλήρως τις επιμέρους διαφοροποιήσεις μεταξύ των κλάδων. Αν εξαιρεθούν οι εταιρείες πετρελαίου, φυσικού αερίου και ενέργειας, η αναμενόμενη αύξηση των κερδών περιορίζεται μόλις στο 8,4%. Η διαφορά αυτή δείχνει πόσο καθοριστική είναι η συμβολή των ενεργειακών ομίλων στη συνολική επίδοση της ευρωπαϊκής αγοράς.
Άνοδος 134,1% στα κέρδη των ενεργειακών ομίλων
Ο ενεργειακός κλάδος αναμένεται να ξεχωρίσει με μεγάλη διαφορά από την υπόλοιπη αγορά. Οι μεγάλες ενεργειακές εταιρείες εκτιμάται ότι θα καταγράψουν αύξηση κερδών κατά 134,1% σε ετήσια βάση στο τρίτο τρίμηνο του 2026.
Η ισχυρή αυτή επίδοση συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τις έντονες διακυμάνσεις στις διεθνείς αγορές πετρελαίου και ενέργειας. Οι αναταράξεις που έχουν προκαλέσει οι γεωπολιτικές εξελίξεις, μεταξύ άλλων και ο πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, έχουν δημιουργήσει αυξημένες ευκαιρίες για τις δραστηριότητες εμπορίας των ενεργειακών ομίλων. Σε περιόδους μεγάλης μεταβλητότητας, οι εταιρείες με ισχυρή παρουσία στις αγορές εμπορευμάτων μπορούν να αξιοποιήσουν τις διαφορές στις τιμές και να ενισχύσουν τα έσοδα και τα κέρδη τους.
Η ίδια συγκυρία, όμως, λειτουργεί αντίστροφα για πολλές άλλες επιχειρήσεις. Οι υψηλές τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου αυξάνουν το κόστος μεταφορών, παραγωγής και λειτουργίας, ασκώντας πίεση στις εταιρείες που δεν μπορούν να μετακυλίσουν άμεσα τις αυξήσεις στους καταναλωτές. Έτσι, η ενέργεια γίνεται ο βασικός παράγοντας που διευρύνει την απόσταση μεταξύ των επιχειρηματικών κλάδων.
Αύξηση εσόδων, αλλά όχι αρκετή για να καθησυχάσει τις αγορές
Βελτιωμένες εμφανίζονται και οι προβλέψεις για τα έσοδα των μεγάλων ευρωπαϊκών εταιρειών. Η LSEG εκτιμά ότι θα αυξηθούν κατά 13,3% σε ετήσια βάση στο τρίτο τρίμηνο του 2026. Εάν η πρόβλεψη επιβεβαιωθεί, θα πρόκειται για την ισχυρότερη αύξηση εσόδων από το τρίτο τρίμηνο του 2022.
Παρά τα θετικά εταιρικά αποτελέσματα, οι επενδυτές παραμένουν επιφυλακτικοί. Η άνοδος των τιμών πετρελαίου, σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος δανεισμού των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, ενισχύει τις ανησυχίες για τις δημοσιονομικές προοπτικές της Ευρωζώνης. Οι αγορές φοβούνται ότι η παρατεταμένη πίεση στα δημόσια οικονομικά θα μπορούσε να αναζωπυρώσει συζητήσεις για μια νέα κρίση χρέους.
Επομένως, η βελτίωση της κερδοφορίας των εισηγμένων εταιρειών δεν αρκεί για να αντισταθμίσει τους ευρύτερους κινδύνους. Η επίδοση των ενεργειακών ομίλων ενισχύει τους βασικούς χρηματιστηριακούς δείκτες, χωρίς όμως να σημαίνει ότι η οικονομία στο σύνολό της βρίσκεται σε ισχυρή και ισορροπημένη ανάκαμψη.
Επιβράδυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στην Ευρωζώνη
Τα νεότερα στοιχεία για την Ευρωζώνη επιβεβαιώνουν την απόσταση ανάμεσα στην εταιρική κερδοφορία και τη γενικότερη οικονομική δραστηριότητα. Ο σύνθετος δείκτης PMI της S&P Global υποχώρησε στις 51,9 μονάδες τον Οκτώβριο, από 53,1 μονάδες τον Σεπτέμβριο.
Πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων τεσσάρων μηνών. Η μέτρηση ήταν επίσης χαμηλότερη από την πρόβλεψη των οικονομολόγων που συμμετείχαν σε έρευνα του Reuters, οι οποίοι ανέμεναν υποχώρηση στις 52,7 μονάδες.
Ο δείκτης παραμένει πάνω από το όριο των 50 μονάδων, το οποίο διαχωρίζει την ανάπτυξη από τη συρρίκνωση. Η πτώση του, ωστόσο, δείχνει ότι ο ρυθμός επέκτασης του ιδιωτικού τομέα επιβραδύνεται. Ιδιαίτερα αρνητική είναι η εικόνα στη Γαλλία, όπου η επιχειρηματική δραστηριότητα συρρικνώνεται εκ νέου, εν μέσω πολιτικών και δημοσιονομικών πιέσεων.
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της S&P Global Market Intelligence, Κρις Γουίλιαμσον, απέδωσε σημαντικό μέρος της επιβράδυνσης στην ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων. Το κόστος των εισροών αυξάνεται ξανά με ταχύτερο ρυθμό, κυρίως στη μεταποίηση, λόγω των υψηλότερων τιμών ενέργειας.
Οι επιχειρήσεις προσπαθούν να προστατεύσουν τα περιθώρια κέρδους τους μετακυλίοντας μέρος των αυξήσεων στις τελικές τιμές. Η πρακτική αυτή, όμως, ενισχύει το κόστος αγαθών και υπηρεσιών και διατηρεί τον πληθωρισμό σε υψηλά επίπεδα.
Η εικόνα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων δύο ταχυτήτων λόγω ενέργειας αναμένεται να παραμείνει έντονη όσο συνεχίζονται οι γεωπολιτικές αναταράξεις και οι πιέσεις στις αγορές πετρελαίου. Οι ενεργειακοί όμιλοι μπορεί να καταγράφουν θεαματική αύξηση κερδών, όμως η υπόλοιπη οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει υψηλό κόστος παραγωγής, ακριβότερη χρηματοδότηση και ασθενέστερη ζήτηση. Το τελικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης και από το κατά πόσο οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις θα μπορέσουν να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητά τους μέσα σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.



