Ο Γιώργος Λιάγκας, σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του, ξετυλίγει το νήμα της ζωής του: τα παιδικά χρόνια στον Υμηττό, το διαζύγιο των γονιών του, την επαγγελματική του πορεία, τη μοναδική σχέση που έχει αναπτύξει με τους γιους του, ενώ εξηγεί γιατί επέλεξε αυτή τη φορά να αφήσει να βγει στη δημοσιότητα η σχέση του με τη Μαρία Αντωνά.
Μεσημέρι μιας ηλιόλουστης φθινοπωρινής ημέρας, τον συναντώ στο καμαρίνι του. Ο χώρος είναι γεμάτος χαρούμενες φωτογραφίες των παιδιών του και συντροφιά του έχει την παιχνιδιάρα τετράποδη Φούσκα. Υπήρξε αρχισυντάκτης μου σε εφημερίδα όταν έκανα τα πρώτα μου επαγγελματικά βήματα. Ήταν για μένα ένα μεγάλο σχολείο – μέσα από τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε στις συσκέψεις έμαθα πως το πιο δυνατό όπλο του δημοσιογράφου είναι το ρεπορτάζ.
Κρατάω έντονα δύο στοιχεία που, για μένα, συμπληρώνουν το παζλ της προσωπικότητάς του: από τη μία τον δημοσιογράφο που αναζητεί διαρκώς πρωτογενή θέματα και έχει πάντα την πληροφορία για να πάει το ρεπορτάζ ένα βήμα παραπέρα, και από την άλλη τον άνθρωπο που δεν κρύβει την τρυφερότητά του ως πατέρας.
Γιώργος Λιάγκας: «Η επιτυχία ήρθε όταν σταμάτησα να προσπαθώ να είμαι πρώτος»
Μεγάλωσα στον Υμηττό. Τότε η περιοχή είχε αλάνες και ένα όμορφο δασάκι, όπου παίζαμε με τις ώρες ποδόσφαιρο και «πόλεμο» – είχα συνέχεια ματωμένα γόνατα. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν πολύ ωραία και χαρούμενα, μέχρι την ηλικία των επτά. Από εκεί και μετά όλα άλλαξαν για μένα, λόγω του χωρισμού των γονιών μου. Ήμουν μοναχοπαίδι και το βίωσα μόνος μου. Από ένα παιδί εξωστρεφές, «η ψυχή της παρέας», που έβγαινε έξω και οργάνωνε τις ομάδες του ποδοσφαίρου, έγινα το ακριβώς αντίθετο: ντροπαλός και εσωστρεφής.
Ντρεπόμουν που χώρισαν οι γονείς μου. Εκείνα τα χρόνια δεν ήταν συνηθισμένο οι γονείς να παίρνουν διαζύγιο, ένιωθα σαν να ήμουν «δαχτυλοδεικτούμενος». Και ακόμη κι αν δεν ήμουν, εγώ έτσι αισθανόμουν. Οι γονείς μου δεν φρόντισαν να μου εξηγήσουν ότι «δεν φταις εσύ, δεν έχεις κάνει κάτι κακό». Οι ψυχολόγοι λένε πως, όταν χωρίζουν οι γονείς, το πρώτο πράγμα που αισθάνονται τα παιδιά είναι ότι εκείνα ευθύνονται. Άρα, το πρώτο που πρέπει να τους πει κάποιος είναι ότι πρόκειται για μια δική τους απόφαση, ότι δεν έχει να κάνει με το παιδί, ότι δεν πρέπει να ντρέπεται και ότι από εδώ και πέρα θα ζήσουμε με αυτή τη νέα συνθήκη, αλλά θα είμαστε κοντά του.
Εμένα δεν μου τα είπε κανείς αυτά. Κλείστηκα στον εαυτό μου και έβλεπα από το μπαλκόνι του σπιτιού τους φίλους μου να παίζουν μπάλα. Αυτό βίωνα για πολλά χρόνια, μέχρι το λύκειο. Είχα ελάχιστους φίλους.
Στα δικά μου χρόνια, η εφηβεία ξεκινούσε γύρω στα δεκαέξι. Τα πρώτα μου φλερτ ήρθαν στη Β’ Λυκείου. Σήμερα, τα παιδιά μου, που είναι μικρότερα, ήδη μου μιλούν για κορίτσια που τους αρέσουν. Παρατηρώ πως τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ.
Κάπου εκεί, στα μέσα του λυκείου, δεν ξέρω πώς έγινε, αλλά βρήκα μια εσωτερική δύναμη που με έκανε να ξαναβρώ τον εαυτό μου. Ξαφνικά, ξαναβγήκε η εξωστρέφειά μου. Έγινα πρόεδρος στο 15μελές, διοργάνωσα την πενθήμερη εκδρομή -τότε ήταν κάτι πολύ σημαντικό- και ξαναβρήκα τη δημοφιλία, τη λάμψη και το χαμόγελό μου. Από τα οκτώ μου μέχρι τα δεκαέξι μου το διαζύγιο των γονιών μου και η δύσκολη σχέση με τη μητέρα μου με στοίχειωναν.
Με ρωτάς αν με έχει διαμορφώσει η σχέση με τη μητέρα μου. Λες να μη με έχει διαμορφώσει; Δεν έχω μιλήσει ποτέ με λεπτομέρειες, ούτε τώρα θα το κάνω. Σέβομαι κάποια πράγματα και δεν θέλω να με λυπούνται. Πολλές φορές, όταν λες κάτι προσωπικό, νομίζουν ότι το κάνεις για να γίνεις συμπαθής. Δεν θα το έκανα ποτέ. Είναι ένα πολύ προσωπικό κομμάτι της ζωής μου.
Όπως πολλοί άνθρωποι δεν είχαν την καλύτερη σχέση με τη μητέρα τους, έτσι κι εγώ βίωσα απουσία πολλών χρόνων από τη ζωή μου. Όταν ένα παιδί δεν μεγαλώνει μέσα στην πλήρη σύνθεση της οικογένειας, και η μητερα στην πορεία απουσιαζει δημιουργούνται κενά. Αυτά τα κενά, αργότερα, τα συναντάς μπροστά σου και καλείσαι, είτε μόνος σου, είτε με τη βοήθεια ενός ειδικού, να τα αντιμετωπίσεις. Ό,τι έχουμε ζήσει στην παιδική ηλικία, μεγαλώνοντας το βρίσκουμε μπροστά μας.
Πιθανόν να έχω μεγάλη επιφύλαξη απέναντι σε οποιαδήποτε γυναίκα μπαίνει στη ζωή μου. Θέλω διπλά και τριπλά να μου αποδείξει ότι με αγαπά και με αποδέχεται για αυτό που είμαι. Είμαι πολύ πιο καχύποπτος με τους ανθρώπους γύρω μου. Για να κερδίσουν την εμπιστοσύνη μου, πρέπει να συμβούν πολλά ώστε να νιώσω ασφάλεια και να μπορέσω να ανοιχτώ.

Όλο αυτό ίσως συνδέεται με την αγοραφοβία που έχω όταν βρίσκομαι σε εξωτερικούς χώρους. Είναι, μάλιστα, ένας από τους λόγους για τους οποίους αποφεύγω τα δημόσια καλέσματα. Σπάνια πηγαίνω στα κοσμικά. Ακόμη κι όταν χρειάζεται να παρευρεθώ κάπου, θα καθίσω σε μια γωνιά, τελευταίος – σαν το «μαλωμένο παιδί». Όταν βλέπω κάμερες, τις αποφεύγω στο 99%. Δεν σνομπάρω τους συναδέλφους μου, απλώς δεν μου αρέσει αυτού του είδους η δημοσιότητα.
Πώς γίνεται, θα μου πεις, να μη μου αρέσει η δημοσιότητα και ταυτόχρονα να είμαι παρουσιαστής σε εκπομπή; Είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Ξεκίνησα ως δημοσιογράφος της ενημέρωσης. Όταν ανέλαβα να παρουσιάζω το δελτίο ειδήσεων του Star, ο τότε διευθυντής μου, Σταμάτης Μαλέλης, διαπίστωσε ότι το δελτίο δεν λειτουργούσε όπως θα έπρεπε. Έτσι, αποφασίσαμε να το προσαρμόσουμε: Να έχει πιο «light» ύφος, περισσότερη ψυχαγωγία και λιγότερη ενημέρωση. Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό – σημείωσε τεράστια επιτυχία. Από τότε η επαγγελματική μου άνοδος ταυτίστηκε με εκείνο το δελτίο.
Ως πρόσωπο της ψυχαγωγίας, παρουσίασα παιχνίδια, late night και shows με τεράστια επιτυχία, μέχρι που αποφάσισα να κάνω αυτό που όλοι κάνουμε στη ζωή: Να εκφράζω την άποψή μου για όλα τα θέματα. Έχοντας δημοσιογραφικό υπόβαθρο, θεώρησα ότι αυτή η διάθεση για συζήτηση χωρούσε σε μια καθημερινή εκπομπή όπου συνυπάρχουν πολιτικά, κοινωνικά και lifestyle θέματα. Έτσι, ξεκίνησα αυτό το format πριν από πολλά χρόνια, το οποίο, όπως βλέπουμε σήμερα, ακολουθείται από το σύνολο των καθημερινών εκπομπών της ελληνικής τηλεόρασης.
Δεν με νοιάζει αν κάποιοι το χαρακτηρίζουν infotainment. Αυτό το concept υπάρχει εδώ και δεκαετίες στην αμερικανική τηλεόραση. Δεν είπα ποτέ ότι θα αναλύουμε βαρυσήμαντα πολιτικά ζητήματα, είπα πως θα συζητάμε όσα απασχολούν την κοινωνία και τους ανθρώπους. Για μένα, μια μονοθεματική εκπομπή θα ήταν βαρετή.
Όσο για τα «χτυπήματα» που δέχομαι κατά καιρούς; Επειδή το έχω σκεφτεί πολύ, πιστεύω δεν είναι για τα λαθη που έχω κάνει. Όλοι κάνουμε λάθη. Έχω κάνει και εγώ δύο-τρία μεγάλα λάθη, που δικαίως τα έχω πληρώσει. Ευτυχώς, τα κατάλαβα αμέσως, ζήτησα συγγνώμη και τα αντιμετώπισα με ειλικρίνεια.
Η κριτική που δέχομαι κατά καιρούς, δεν έχει να κάνει μόνο με τα λάθη αυτά. Γιατί πιστεύω πως ο κόσμος αντιλαμβάνεται την ειλικρινή συγγνώμη και κυρίως ότι ποτέ δεν υπήρξε πρόθεση. Δεν έχω εμμονές με ανθρώπους ή καταστάσεις, δεν στοχοποιώ κανέναν για να τον «πυροβολώ» καθημερινά. Τα λάθη μου ήταν στιγμιαίες, λανθασμένες αντιδράσεις. Ζητάς συγγνώμη και συνεχίζεις. Εκτιμώ ότι ο κόσμος αυτό μου το έχει συγχωρέσει. Όλα τα υπόλοιπα είναι απλώς μέρος της κοινωνικής πραγματικότητας.
Αν δεν εκφράζεις άποψη, είσαι αρεστός σε όλους. Αν, όμως, εκφράζεις τη γνώμη σου, είναι βέβαιο ότι κάποιοι θα διαφωνούν. Αν γύριζα πίσω και έκανα μόνο καθαρή ψυχαγωγία, τηλεπαιχνίδια, shows, ωραίες συνεντεύξεις, σίγουρα θα ήμουν πιο «συμπαθής». Δεν θα υπήρχε λόγος να με κρίνει κανείς. Όμως, όταν έχεις άποψη, δεν γίνεται να συμφωνούν όλοι μαζί σου.
Είμαι πληθωρικός χαρακτήρας, έχω άποψη, δεν προσπαθώ να την επιβάλλω, αλλά να την υποστηρίξω δυναμικά. Κι αυτό, αναπόφευκτα, πολώνει τον κόσμο.
Αποφάσισα να λέω τη γνώμη μου αδιαφορώντας αν θα ενοχλήσω την εκάστοτε κυβέρνηση, την αντιπολίτευση ή κάποιον από τον χώρο του lifestyle. Οι μισοί με επικρίνουν και οι άλλοι μισοί λένε «επιτέλους, κάποιος λέει την αλήθεια». Αν πω κάτι διαφορετικό, εκείνοι που με έβριζαν θα βγουν την επόμενη ημέρα να με συγχαρούν, ενώ οι υπόλοιποι θα αρχίσουν να με κατηγορούν. Έτσι είναι – μαθαίνεις να ζεις με αυτό.
Πλέον μαθαίνεις να ζεις και με την τοξικότητα, η οποία δεν έχει κανένα φρένο ή μέτρο. Στην τηλεόραση υπάρχουν κάποιοι κανόνες, υπάρχει ένα όριο μέχρι το οποίο μπορείς να φτάσεις, στο Διαδίκτυο όμως δεν υπάρχει τίποτα από αυτά και πραγματικά δεν ξέρω πού θα οδηγηθούμε. Το δύσκολο είναι να αντέξεις να το διαχειριστείς και στην καθημερινότητά σου. Δεν είμαστε μόνοι μας – έχουμε παιδιά, οικογένειες. Τα παιδιά πάνε σχολείο, και εκεί ο καθένας μπορεί να τους πει: «Ο μπαμπάς σου σήμερα είπε αυτό». Και άντε μετά να τους εξηγήσεις πως ο μπαμπάς δεν είπε ακριβώς αυτό, αλλά κάτι που κάποιος άλλος το διαστρέβλωσε. Είναι ένας φαύλος κύκλος που, ειλικρινά, δεν ξέρω πού θα μας βγάλει. Τρέμω για το μέλλον.
Γιώργος Λιάγκας: Δεν έχω φτάσει ποτέ στο σημείο να πω «τα παρατάω»
Τον ρωτώ αν έχει «γερό στομάχι» και πώς του φαίνεται που ορισμένες εκπομπές επιμένουν να τον «χτυπούν». «Κοίτα, το τελευταίο διάστημα χαίρομαι που υπάρχουν συνάδελφοι που παραδέχονται δημόσια ότι “παίζουμε τον Λιάγκα γιατί ξέρουμε πως θα κάνουμε νούμερα”. Είναι μια ειλικρινής παραδοχή για το πώς με αξιοποιούν. Αν μιλάμε τηλεοπτικά, άλλες φορές έχω αντοχές, άλλες όχι. Προσπαθώ να μη διαβάζω τι γράφεται, αλλά όταν μαθαίνω ότι έχουν διαστρεβλώσει τα λόγια μου, με ενοχλεί. Πρόσφατα, για παράδειγμα, με την απεργία πείνας του Πάνου Ρούτσι στο Σύνταγμα, και ενώ έκανα καθημερινά αυστηρότατη κριτική στην κυβέρνηση για τους λάθους χειρισμούς της και στο θέμα αυτό αλλά και συνολικά για το έγκλημα των Τεμπών, βγήκε μια εκπομπή που έκοψε και έραψε τα λόγια μου έτσι ώστε να φαίνεται ότι η θέση μου ήταν άλλη. Αυτό με εξοργίζει. Είναι ανθρωποφαγικό. Μην κάνεις κριτική σε κάτι που θα ήθελες να είχα πει. Οι περισσότεροι με αντιμετωπίζουν όχι με βάση αυτά που είπα, αλλά με βάση αυτά που θα ήθελαν να έχω πει – κι αυτό είναι που με πειράζει περισσότερο και μου χαλάει το στομάχι».
Στη συνέχεια τον ρωτώ αν έχει σκεφτεί ποτέ να τα παρατήσει ή να κινηθεί νομικά. «Μέχρι σήμερα δεν έχω κάνει αγωγές, αλλά δεν αποκλείω κάποια στιγμή να το κάνω αν αυτά που λέγονται στεναχωρήσουν τους δικούς μου ανθρώπους. Για μένα προσωπικά, όχι, δεν είναι στη φιλοσοφία μου. Δεν έχω φτάσει ποτέ στο σημείο να πω “τα παρατάω”. Γιατί να το κάνω; Αγαπώ πολύ τη δουλειά μου. Η δημοσιογραφία και η τηλεόραση είναι ένας μαγικός κόσμος, με τα θετικά και τα αρνητικά του. Πιστεύω ότι όσοι έχουμε δημόσιο λόγο, με τα καλά μας και τα λάθη μας, οφείλουμε να βάζουμε ένα μικρό λιθαράκι για να πάει η κοινωνία μπροστά» παραδέχεται.






