Η συμφωνία των ηγετών της G7, την Παρασκευή 2 Οκτωβρίου, για αποδέσμευση 100 εκατομμυρίων βαρελιών αργού και ντίζελ από τα στρατηγικά αποθέματα εκτονώνει την απειλή αμερικανικής απαγόρευσης εξαγωγών ντίζελ. Η ΕΕ, ωστόσο, μπαίνει στον χειμώνα με τιμές ρεκόρ, μειωμένα αποθέματα αερίου και ανοικτό το ζήτημα της δημοσιονομικής ευελιξίας ενόψει της Συνόδου Κορυφής της 15ης και 16ης Οκτωβρίου.
Στην G7, το άτυπο σχήμα συντονισμού των μεγάλων βιομηχανικών οικονομιών, μετέχουν ο Καναδάς, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Ιαπωνία, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι ΗΠΑ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση συμμετέχει στις εργασίες της και εκπροσωπείται στις συνόδους κορυφής από τους προέδρους της Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, χωρίς όμως να προσμετράται ως όγδοο μέλος.
Η διάκριση έχει σημασία για να γίνει κατανοητό τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν οι Βρυξέλλες. Η ΕΕ βρίσκεται στο τραπέζι, και στην περίπτωση αυτή ο βασικός ευρωπαϊκός όρος, να μην επιβληθούν απαγορεύσεις εξαγωγών, πέρασε αυτούσιος στο τελικό κείμενο. Η απόφαση, όμως, για το αν και πόσο θα ανοίξουν οι δεξαμενές ανήκει στις εθνικές κυβερνήσεις, τρεις από τις οποίες, η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιταλία, κάθονται και οι ίδιες στο τραπέζι της G7.

Η απόφαση της G7 και το βάρος της για τις Βρυξέλλες
Η απόφαση, για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων, ελήφθη σε έκτακτη τηλεδιάσκεψη που συγκάλεσε η γαλλική προεδρία. Η διάθεση θα γίνει μέσω του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (ΔΟΕ), ξεκινά άμεσα και θα διαρκέσει περίπου τέσσερις μήνες, με σημαντική ποσότητα ντίζελ να πρέπει να φτάσει στην αγορά μέσα στις πρώτες 20 ημέρες. Οι ‘επτά’ επαναβεβαίωσαν, επίσης, τη δέσμευσή τους να μην επιβάλλουν περιορισμούς στις εξαγωγές ενέργειας μεταξύ τους.
Η συμφωνία ήρθε ύστερα από μια εβδομάδα κλιμακούμενης πίεσης από την Ουάσιγκτον. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είχε απειλήσει με απαγόρευση των εξαγωγών αμερικανικού ντίζελ, αν η Γαλλία και η Γερμανία δεν άνοιγαν τις δεξαμενές τους. Μετά την τηλεδιάσκεψη, έγραψε ότι η Ευρώπη μόλις συμφώνησε να διαθέσει «τεράστια ποσότητα» από το ντίζελ που διατηρεί σε αποθέματα.
Η κοινή δήλωση των ηγετών δημοσιεύθηκε και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η πρόεδρος της, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, τόνισε πως «οι πολίτες χρειάζονται και δικαιούνται προσιτή ενέργεια» και χαιρέτισε ιδιαίτερα τη δέσμευση να μην επιβληθούν απαγορεύσεις εξαγωγών σε συμμάχους. Νωρίτερα, εκπρόσωπος της Κομισιόν είχε δηλώσει ότι οι Βρυξέλλες «απορρίπτουν πλήρως» κάθε απαγόρευση εξαγωγών ντίζελ, προσθέτοντας ότι ένα τέτοιο μέτρο δεν θα ωφελούσε κανέναν.
Η συμφωνία δεν αλλάζει τη βασική διάγνωση των Βρυξελλών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αντιμετωπίζει σήμερα φυσική έλλειψη ντίζελ ή φυσικού αερίου. Αντιμετωπίζει ένα διεθνές σοκ τιμών, που έχει μετατραπεί σε πολιτικό και οικονομικό πρόβλημα και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, και μια πίεση από τον Λευκό Οίκο που δοκιμάζει τη συνοχή των 27.

Τι συμβαίνει στη διεθνή αγορά
Αφετηρία της κρίσης είναι ο πόλεμος που ξέσπασε στις 28 Φεβρουαρίου με τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα στο Ιράν και το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ από την Τεχεράνη. Σύμφωνα με τον ΔΟΕ, το 2025 περνούσαν από το Στενό σχεδόν 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου την ημέρα, περίπου το ένα τέταρτο του θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου παγκοσμίως.
Με βάση στοιχεία της εταιρείας παρακολούθησης δεξαμενόπλοιων Kpler, στα τέλη Σεπτεμβρίου η διέλευση αργού από το Ορμούζ είχε επανέλθει περίπου στα προπολεμικά επίπεδα, χάρη στις αμερικανικές ναυτικές συνοδείες και στους αγωγούς που παρακάμπτουν το Στενό. Ωστόσο, οι συνθήκες ασφαλείας απέχουν πολύ από την κανονικότητα, καθώς οι επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια συνεχίζονται.
Το πρόβλημα, επομένως, έχει μετακινηθεί από το αργό στα διυλισμένα προϊόντα, και κυρίως στο ντίζελ. Κατά τον ΔΟΕ, οι καθαρές εξαγωγές ντίζελ από τις χώρες του Κόλπου έπεσαν τον Αύγουστο στα 390.000 βαρέλια ημερησίως, λίγο πάνω από το ένα τέταρτο των προπολεμικών επιπέδων. Ταυτόχρονα, οι ουκρανικές επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια οδήγησαν σε σχεδόν πλήρη διακοπή των ρωσικών εξαγωγών προϊόντων, ενώ η Μόσχα έχει απαγορεύσει τις εξαγωγές ντίζελ έως το τέλος Οκτωβρίου.
Αθροιστικά, οι εξαγωγές ντίζελ από τον Κόλπο και τη Ρωσία ήταν τον Αύγουστο κατά 1,6 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως χαμηλότερες από τον Φεβρουάριο, όταν οι δύο αυτές πηγές κάλυπταν σχεδόν το 45% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου ντίζελ.
Στο ίδιο μέτωπο προστέθηκε και η Κίνα. Σύμφωνα με το ειδησεογραφικό πρακτορείο Reuters, κινεζικά διυλιστήρια ανέστειλαν τις εξαγωγές προϊόντων για τον Οκτώβριο, καθώς το Πεκίνο επιδιώκει να διαφυλάξει τα εγχώρια αποθέματα.
Οι τιμές αποτυπώνουν αυτή τη μετατόπιση. Το Brent έκλεισε την Παρασκευή στα $ 102,25 το βαρέλι, ενώ ο ΔΟΕ σημείωνε στις αρχές Σεπτεμβρίου ότι το συμβόλαιο κινούνταν 45% πάνω από τα προπολεμικά επίπεδα. Το ντίζελ, όμως, κινήθηκε πολύ πιο απότομα. Στις ΗΠΑ ξεπέρασε τα $ 200 το βαρέλι στη χονδρική, 94% πάνω από τα προπολεμικά επίπεδα, με την Ευρώπη και την Ασία, κατά τον ΔΟΕ, να ακολουθούν από κοντά.
Το κρισιμότερο, ίσως, στοιχείο αφορά τα αποθέματα. Από την έναρξη του πολέμου, τα παγκόσμια παρατηρούμενα αποθέματα πετρελαίου έχουν μειωθεί κατά 507 εκατομμύρια βαρέλια, με ρυθμό 2,8 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως, ενώ μόνο τον Αύγουστο η μείωση έφτασε τα 95 εκατομμύρια βαρέλια. Ο ΔΟΕ προβλέπει, επίσης, πτώση της παγκόσμιας ζήτησης κατά 2,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως εφέτος, κυρίως στα μεσαία αποστάγματα. Με απλά λόγια, η αγορά ισορροπεί σήμερα με δύο τρόπους, αντλώντας από τα αποθέματα και περιορίζοντας την κατανάλωση μέσω των υψηλών τιμών.

Γιατί η Ευρώπη πληρώνει ακριβότερα;
Το παράδοξο της ευρωπαϊκής θέσης είναι ότι η Ένωση έχει καύσιμα, αλλά τα πληρώνει σε τιμές ρεκόρ. Σύμφωνα με το εβδομαδιαίο δελτίο τιμών πετρελαίου της Επιτροπής, η μέση τιμή του ντίζελ στην ΕΕ έφτασε στις 21 Σεπτεμβρίου τα € 2,226 ανά λίτρο. Η Διεθνής Ένωση Οδικών Μεταφορών (IRU) υπολογίζει πως η τιμή είναι πλέον 38% υψηλότερη από τις 27 Φεβρουαρίου και ξεπερνά το προηγούμενο ιστορικό υψηλό του Ιουνίου 2022.
Η πρώτη αιτία της ακρίβειας στα καύσιμα είναι δομική. Η Ευρώπη δεν διυλίζει αρκετό ντίζελ για τις ανάγκες της και καλύπτει το έλλειμμα με εισαγωγές. Μετά την απαγόρευση των ρωσικών προϊόντων πετρελαίου τον Φεβρουάριο του 2023, κύριος εξωτερικός προμηθευτής έγινε η Μέση Ανατολή, η οποία κάλυπτε, σύμφωνα με την αμερικανική Υπηρεσία Ενεργειακής Πληροφόρησης (EIA), το 43% των ευρωπαϊκών εισαγωγών ντίζελ το πρώτο εξάμηνο του 2025. Ο πόλεμος στο Ιράν έκοψε ακριβώς αυτή την πηγή.
Το κενό που προέκυψε το κάλυψαν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Τον Αύγουστο, σύμφωνα με τον ΔΟΕ και όπως επιβεβαίωσε η Επιτροπή, περίπου οι μισές εισαγωγές ντίζελ της ΕΕ προήλθαν από τις ΗΠΑ. Η εξάρτηση είναι ακόμη μεγαλύτερη στη βορειοδυτική Ευρώπη, όπου το αμερικανικό ντίζελ καλύπτει, κατά την Kpler, περίπου το 57% των εισαγωγών. Η Γαλλία προμηθεύεται από τις ΗΠΑ περίπου το 36% του εισαγόμενου ντίζελ και το Ηνωμένο Βασίλειο το 26%, ενώ για την Ιταλία το ποσοστό περιορίζεται στο 4%. Με άλλα λόγια, η Ευρώπη αντικατέστησε τη ρωσική εξάρτηση με μια νέα, αυτή τη φορά από τις ΗΠΑ.
Η δεύτερη αιτία είναι ότι πιέζονται ταυτόχρονα όλες οι εναλλακτικές πηγές. Κατά τον ΔΟΕ, τα ρωσικά διυλιστήρια επεξεργάζονται 3,6 έως 4 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, έναντι εποχικού κανονικού επιπέδου 5,3 έως 5,6 εκατομμυρίων. Στη Σαουδική Αραβία, οι επιθέσεις του Σεπτεμβρίου οδήγησαν σε διακοπή του αγωγού Ανατολής Δύσης προς την Ερυθρά Θάλασσα, και τουλάχιστον τρία ευρωπαϊκά διυλιστήρια είδαν φορτία σαουδαραβικού αργού να ακυρώνονται ή να μετατίθενται για τον Νοέμβριο, σύμφωνα με τα πρακτορεία Argus και Reuters. Ταυτόχρονα, τα αμερικανικά διυλιστήρια λειτουργούν ήδη σχεδόν στο όριο, με αξιοποίηση 98% στα τέλη Αυγούστου, ενώ τα αμερικανικά αποθέματα ντίζελ βρίσκονται 13% κάτω από τον μέσο όρο της πενταετίας
Η τρίτη αιτία είναι η εποχή. Ο ΔΟΕ εκτιμά πως η ζήτηση μεσαίων αποσταγμάτων (πετρέλαιο κίνησης (ντίζελ), κηροζίνη (jet fuel), πετρέλαιο θέρμανσης και marine diesel ή gasoil) θα αυξηθεί μεταξύ Αυγούστου και Νοεμβρίου κατά σχεδόν 1,2 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, διπλάσια από τη συνήθη εποχική άνοδο, καθώς τα νοικοκυριά γεμίζουν με καθυστέρηση τις δεξαμενές πετρελαίου θέρμανσης. Το συμπέρασμα του Οργανισμού είναι πως οι αγορές ντίζελ θα παραμείνουν ελλειμματικές τους επόμενους μήνες, εκτός εάν η ζήτηση υποχωρήσει ταχύτατα.
Στο φυσικό αέριο, η εικόνα είναι διαφορετική αλλά όχι καθησυχαστική. Η Κομισιόν επιμένει ότι δεν υπάρχει πρόβλημα επάρκειας, όμως τα ευρωπαϊκά αποθέματα κινούνταν στις αρχές Οκτωβρίου γύρω στο 71% της χωρητικότητας, σύμφωνα με δεδομένα της Gas Infrastructure Europe, σημαντικά χαμηλότερα από τον μέσο όρο της πενταετίας για την εποχή. Στη Γερμανία το ποσοστό ήταν περίπου 57%. Η τιμή αναφοράς TTF, που τον Ιανουάριο κινούνταν γύρω στα € 34 ανά μεγαβατώρα, ξεπέρασε τα € 80 στα μέσα Σεπτεμβρίου, γεγονός που μεταφέρει το κόστος από τις αντλίες στους λογαριασμούς ηλεκτρισμού στα νοικοκυριά και στη βιομηχανία.
Η διελκυστίνδα Ουάσιγκτον και Βρυξελλών
Στον πυρήνα της διαμάχης Ουάσιγκτον-Βρυξελλών βρίσκεται η δέσμευση της 11ης Μαρτίου, όταν τα 32 μέλη του ΔΟΕ συμφώνησαν ομόφωνα να διαθέσουν 400 εκατομμύρια βαρέλια, τη μεγαλύτερη αποδέσμευση στην ιστορία του Οργανισμού και υπερδιπλάσια από εκείνη του 2022.
Οι ΗΠΑ ανέλαβαν 172 εκατομμύρια βαρέλια, αποκλειστικά αργό. Οι ευρωπαϊκές χώρες δεσμεύθηκαν για περίπου 107 εκατομμύρια, κατά 68% σε προϊόντα όπως το ντίζελ, με τα κράτη-μέλη της ΕΕ να καλύπτουν περίπου το 20% του συνόλου.
Η αμερικανική κατηγορία διατυπώθηκε ευθέως από τον υπουργό Ενέργειας Κρις Ράιτ στις 29 Σεπτεμβρίου. Όπως δήλωσε, ενώ οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία τηρούν τις δεσμεύσεις τους, αρκετά ευρωπαϊκά κράτη έχουν διαθέσει μόνο ένα κλάσμα από όσα υποσχέθηκαν.
Την 1η Οκτωβρίου, το Reuters αποκάλυψε πως η Ουάσιγκτον ζητούσε να διατεθούν 120 εκατομμύρια βαρέλια ευρωπαϊκού ντίζελ μέσα σε έξι μήνες, με το αυστηρότερο μήνυμα να απευθύνεται σε Βερολίνο και Παρίσι, ενώ ο Λευκός Οίκος εξέταζε απαγόρευση εξαγωγών ντίζελ για 90 ημέρες. Ο ίδιος ο πρόεδρος Τραμπ έγραψε πως οι Αμερικανοί αγρότες, οδηγοί φορτηγών και επιχειρήσεις δεν πρέπει να σηκώνουν το βάρος μιας παγκόσμιας έλλειψης ντίζελ.

Μήπως έχει κάποιο δίκιο ο Τραμπ;
Σε ένα κρίσιμο σημείο, τα στοιχεία δικαιώνουν τον Αμερικανό Πρόεδρο, Ντόναλντ Τραμπ. Ο εκτελεστικός διευθυντής του ΔΟΕ, Φατίχ Μπιρόλ, επιβεβαίωσε στο περιθώριο του άτυπου Συμβουλίου υπουργών Ενέργειας στο Δουβλίνο, στις 29 Σεπτεμβρίου, ότι περίπου το ένα τρίτο των 400 εκατομμυρίων βαρελιών δεν είχε ακόμη φτάσει στην αγορά.
Σύμφωνα με το Bloomberg, η Γερμανία δεν είχε διαθέσει περίπου το 77% της δέσμευσής της και η Ισπανία είχε διαθέσει μόλις το ένα τρίτο. Επιπλέον, ο γερμανικός φορέας αποθεμάτων EBV προκήρυσσε τον Ιούλιο διαγωνισμούς για την αναπλήρωση στρατηγικών αποθεμάτων ντίζελ, δηλαδή αγόραζε ντίζελ σε μια ήδη στενή αγορά. Και η Ευρώπη διαθέτει πράγματι σημαντικά αποθέματα στο προϊόν που λείπει περισσότερο. Ο Μπιρόλ χαρακτήρισε μάλιστα την Ευρώπη ως μία από τις πιο εκτεθειμένες περιοχές, αν όχι την πιο εκτεθειμένη, στο ντίζελ, επειδή εισάγει τεράστιες ποσότητες ενώ μπαίνει στον χειμώνα.
Ανατρέχοντας σε δημόσιες πηγές διαπιστώνει κανείς πως η εικόνα δεν είναι μονοσήμαντη. Κι αυτό γιατί: (1) η αμερικανική συνεισφορά ήταν αργό και όχι ντίζελ, και διατέθηκε ως ανταλλαγή, δηλαδή ως δάνειο που οι εταιρείες οφείλουν να επιστρέψουν με πριμ, (2) οι ευρωπαϊκές αποδεσμεύσεις γίνονται συχνά με μείωση των υποχρεωτικών επιπέδων αποθεμάτων, οπότε η πραγματική διάθεση εξαρτάται και από τη ζήτηση της αγοράς.
Άλλωστε, η γερμανική κυβέρνηση έχει ξεκαθαρίσει ότι, κατά την ερμηνεία της, τα στρατηγικά αποθέματα προορίζονται για φυσικές διαταραχές εφοδιασμού και όχι για τη διαχείριση των τιμών, (3) το αμερικανικό κίνητρο είναι και εσωτερικό κοινωνικοπολιτικό θέμα, αφού η επίσημη τιμή του ντίζελ στις αμερικανικές αντλίες έφτασε στα μέσα Σεπτεμβρίου τα $ 6,29 ανά γαλόνι, ξεπερνώντας το ρεκόρ του Ιουνίου 2022, λίγες εβδομάδες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Η στενότητα στην αμερικανική αγορά οφείλεται εν μέρει και στις ρεκόρ αμερικανικές εξαγωγές ντίζελ, που έφτασαν τα 1,88 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως στα τέλη Ιουλίου, οφείλονται στο ότι οι Ευρωπαίοι αγοραστές πλήρωναν περισσότερα από την εγχώρια αμερικανική αγορά, (4) η απειλή απαγόρευσης εξαγωγών θα έβλαπτε και τις ίδιες τις ΗΠΑ, ενώ ο αρμόδιος για το Εμπόριο Ευρωπαίος Επίτροπος, Μάρος Σέφτσοβιτς, προειδοποίησε ότι ένα τέτοιο μέτρο θα είχε «δραματικές συνέπειες για την ευρωπαϊκή οικονομία».
Μια ψύχραιμη αποτίμηση, επομένως, είναι ότι ο Τραμπ έχει βάση όσον αφορά την καθυστέρηση των ευρωπαϊκών δεσμεύσεων, όχι όμως όταν παρουσιάζει την Ευρώπη ως τη μόνη υπόλογη για μια κρίση που ξεκίνησε από τον πόλεμο στο Ιράν. Και η ίδια η συμφωνία της G7 θέλει προσεκτική ανάγνωση. Ευρωπαίοι διπλωμάτες εκτίμησαν στο Bloomberg ότι περιλαμβάνει ποσότητες που είχαν ήδη δεσμευθεί τον Μάρτιο, οπότε η πραγματικά νέα προσφορά είναι μικρότερη από τα 100 εκατομμύρια βαρέλια.

Τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει η Κομισιόν
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν μπορεί να διατάξει μονομερώς τα κράτη-μέλη να ανοίξουν τις δεξαμενές τους. Σύμφωνα με την οδηγία 2009/119/ΕΚ, κάθε κράτος-μέλος υποχρεούται να διατηρεί αποθέματα έκτακτης ανάγκης που αντιστοιχούν τουλάχιστον σε 90 ημέρες μέσων καθαρών εισαγωγών ή σε 61 ημέρες μέσης εγχώριας κατανάλωσης, όποιο από τα δύο είναι μεγαλύτερο.
Η Κομισιόν συντονίζει την κοινή ευρωπαϊκή γραμμή στον ΔΟΕ, παρακολουθεί την αγορά και συγκαλεί τη συμβουλευτική Ομάδα Συντονισμού για το πετρέλαιο, όμως την απόφαση για αποδέσμευση την παίρνουν οι εθνικές κυβερνήσεις.
Ο Επίτροπος Ενέργειας Νταν Γιόργκενσεν ξεκαθάρισε στο Euronews ότι η ΕΕ συντονίζεται μέσω των θέσεών της στον ΔΟΕ, αλλά «είναι απόφαση κάθε κράτους-μέλους». Πρόσθεσε ότι οι συζητήσεις για το πότε είναι η κατάλληλη στιγμή γίνονται με όλα τα μέλη του Οργανισμού και όχι μόνο με τις ΗΠΑ, σημειώνοντας ότι το εργαλείο έχει χρησιμοποιηθεί και πιθανότατα θα χρησιμοποιηθεί ξανά. Εκπρόσωπος της Επιτροπής τόνισε, εξάλλου, ότι «δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή έλλειψη ντίζελ στην ΕΕ», χαρακτήρισε την κατάσταση «κρίση προσιτότητας», δηλαδή τα καύσιμα υπάρχουν αλλά κοστίζουν ακριβά, και υπογράμμισε ότι κάθε αποδέσμευση είναι εθελοντική.
Το κόστος μιας λάθος κίνησης
Για το Βερολίνο, τα στρατηγικά αποθέματα είναι διασφάλιση και όχι εργαλείο ρύθμισης τιμών. Στην ίδια λογική στηρίχθηκε και το σύστημα του ΔΟΕ μετά το πετρελαϊκό εμπάργκο του 1973. Ένα λάθος, όμως, μπορεί να γίνει και προς τις δύο κατευθύνσεις.
Ο πρώτος κίνδυνος είναι να αδειάσουν οι δεξαμενές πριν από τη χειρότερη στιγμή. Η σημερινή αποκατάσταση της ροής αργού στηρίζεται στις αμερικανικές συνοδείες και σε μια εύθραυστη ισορροπία. Το Ιράν είχε κηρύξει ξανά το Στενό κλειστό τον Ιούνιο, οι Χούθι έχουν επιβάλει από τον Ιούλιο αποκλεισμό των σαουδαραβικών λιμανιών στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ, ενώ οι ΗΠΑ στέλνουν τρίτο αεροπλανοφόρο στην περιοχή. Η είδηση αρκούσε για να ανεβάσει το Brent πάνω από 4 % την Πέμπτη. Αν η Ευρώπη έχει ήδη αντλήσει σημαντικό μέρος του ντίζελ ασφαλείας της, μια νέα κλιμάκωση μέσα στον χειμώνα θα τη βρει με μικρότερο στρατηγικό απόθεμα, ακριβώς όταν η ζήτηση για θέρμανση κορυφώνεται.
Ο δεύτερος κίνδυνος είναι το κόστος της αναπλήρωσης. Ό,τι αποδεσμεύεται σήμερα πρέπει να ξαναγοραστεί αύριο, πιθανότατα σε ακριβή και δυσκολότερη αγορά. Το παράδειγμα της Γερμανίας, που αναζητούσε τον Ιούλιο ντίζελ για να ξαναγεμίσει τα αποθέματά της, δείχνει πως η αναπλήρωση μπορεί να ανεβάσει τις τιμές την πιο ακατάλληλη στιγμή. Για τον λόγο αυτό, η ομάδα G7 ζήτησε από τον ΔΟΕ να υποβάλει μέσα σε 20 ημέρες έκθεση με προτάσεις, μεταξύ άλλων και για την αναπλήρωση των αποθεμάτων. Αλλά, και οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα, καθώς το δικό τους στρατηγικό πετρελαϊκό απόθεμα οδεύει, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1982.
Ο τρίτος κίνδυνος είναι να υπερεκτιμηθεί το αποτέλεσμα. Τα 100 εκατομμύρια βαρέλια σε τέσσερις μήνες αντιστοιχούν, κατά μέσο όρο, σε περίπου 830.000 βαρέλια ημερησίως, μαζί με το αργό και πριν αφαιρεθούν οι ποσότητες που είχαν ήδη δεσμευθεί τον Μάρτιο. Το έλλειμμα μόνο στις εξαγωγές ντίζελ από τον Κόλπο και τη Ρωσία είναι, κατά τον ΔΟΕ, 1,6 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.
Αναλυτές εκτιμούν ότι μια τέτοια αποδέσμευση θα μπορούσε να μειώσει προσωρινά την τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ κατά περίπου $ 0,25 ανά γαλόνι, χωρίς όμως να αυξήσει τη διυλιστική ικανότητα. Δηλαδή, ο κίνδυνος είναι η αποδέσμευση πετρελαίου από τα στρατηγικά αποθέματα να αποδειχτεί μπάλωμα. Μια βραχυπρόθεσμη λύση που μεταθέτει το πρόβλημα για έναν με δύο μήνες.
Το αντίθετο λάθος, η άρνηση ή η καθυστέρηση, έχει και αυτό βαρύ τίμημα. Τυχόν αμερικανική απαγόρευση εξαγωγών θα έκοβε τη μισή εξωτερική τροφοδοσία της ΕΕ σε ντίζελ και θα ανάγκαζε τους Ευρωπαίους αγοραστές να ανταγωνιστούν επιθετικά για εναλλακτικά φορτία σε μια αγορά χωρίς περιθώρια. Δηλαδή, όπως αναφέρουν πολλοί αναλυτές τα τελευταία εικοσιτετράωρα, η άμεση συνέπεια θα ήταν ακόμη ακριβότερα σενάρια εφοδιασμού για τους Ευρωπαίους καταναλωτές και πρόσθετο κόστος για τη βιομηχανία.
Ακόμη ένας κίνδυνος είναι οι τυχόν ασυντόνιστες εθνικές κινήσεις. Αν κάθε κυβέρνηση αποφασίζει μόνη της πότε και πόσο θα αποδεσμεύσει ή θα επιδοτήσει, η εσωτερική αγορά καυσίμων κατακερματίζεται, με τις μεγαλύτερες δημοσιονομικά χώρες να προστατεύουν τους καταναλωτές τους εις βάρος των υπολοίπων. Και η ΕΕ αυτόν το κίνδυνο τον φοβάται περισσότερο από κάθε άλλον σε αυτή τη φάση.

Το δημοσιονομικό και το κλιματικό μέτωπο
Στο εσωτερικό της ΕΕ, η κρίση ανοίγει δύο παράλληλες συζητήσεις. Η πρώτη αφορά τα αποθέματα, όπου η Γερμανία και η Κομισιόν επιμένουν στη μέγιστη δυνατή προσοχή, ενώ η Γαλλία, ως προεδρεύουσα της G7, ανέλαβε τον ρόλο του διαμεσολαβητή με την Ουάσιγκτον. Η δεύτερη αφορά τα δημόσια οικονομικά, με την Ιταλία και την Ελλάδα να ζητούν περισσότερο δημοσιονομικό χώρο για μέτρα στήριξης.
Με ανακοίνωση της 3ης Ιουνίου και κατευθυντήριες γραμμές της 18ης Αυγούστου, η Κομισιόν επέκτεινε την εθνική ρήτρα διαφυγής του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, που είχε ενεργοποιηθεί για τις αμυντικές δαπάνες, ώστε να καλύπτει και μέτρα ενεργειακής ασφάλειας που αποφασίστηκαν μετά τις 28 Φεβρουαρίου.
Το κόστος αυτών των μέτρων δεν μπορεί να υπερβαίνει το 0,3% του ΑΕΠ ετησίως και το 0,6% σωρευτικά έως το τέλος του 2028, μέσα στο συνολικό όριο του 1,5% που ισχύει για την άμυνα. Η κρίσιμη λεπτομέρεια είναι ότι η ευελιξία αφορά μέτρα που ενισχύουν τη διαρθρωτική ανθεκτικότητα του ενεργειακού συστήματος και επιταχύνουν την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, όπως δίκτυα, αποθήκευση και διασυνδέσεις, και όχι γενικές επιδοτήσεις τιμών. Η Ελλάδα ήταν η πρώτη χώρα που υπέβαλε σχετικό αίτημα, στις 6 Αυγούστου, ενώ η Ιταλία ακολούθησε στα μέσα Σεπτεμβρίου.
Η Αθήνα και η Ρώμη ζητούν τώρα κάτι περισσότερο. Σε επιστολή της 30ής Σεπτεμβρίου προς την πρόεδρο της Επιτροπής και τον πρόεδρο του Eurogroup, Κυριάκο Πιερρακάκη, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ζητά να εξαιρούνται έως ένα όριο τα προσωρινά μέτρα στήριξης από τον δείκτη καθαρών δαπανών και να μπορούν οι κυβερνήσεις να αξιοποιούν τα πρόσθετα έσοδα από ΦΠΑ που οφείλονται στον ενεργειακό πληθωρισμό.
Στην επιστολή του σημειώνει ότι χρειάζεται περισσότερος χώρος ανάσας για την προστασία πολιτών και επιχειρήσεων, ενώ χαρακτηρίζει πολιτικά μη αποδεκτό το ότι η κύρια πρόταση της Κομισιόν έως τώρα είναι η μείωση της ζήτησης ενέργειας. Ο Έλληνας πρωθυπουργός επικαλείται αύξηση της τιμής του ντίζελ προ φόρων κατά 66% από τις 28 Φεβρουαρίου. Παρόμοιο αίτημα απηύθυνε και η πρωθυπουργός της Ιταλίας, Τζόρτζια Μελόνι.
Η πρώτη αντίδραση των Βρυξελλών ήταν συγκρατημένη. Η επικεφαλής εκπρόσωπος της Κομισιόν, Πάουλα Πίνιο, υπενθύμισε πως η Ένωση έχει ήδη δώσει στα κράτη-μέλη περισσότερη ευελιξία, προσθέτοντας ότι τέτοιες επιστολές αποτελούν συνήθη πρακτική πριν από μια Σύνοδο Κορυφής και θα εξεταστούν διεξοδικά. Το ζήτημα αναμένεται να τεθεί και στο Συμβούλιο ECOFIN της 9ης Οκτωβρίου στο Λουξεμβούργο.
Στο μεταξύ, ο πρώην γενικός διευθυντής Οικονομικών Υποθέσεων της Κομισιόν, Μάρκο Μπούτι, σχολίασε στην ιταλική εφημερίδα Il Foglio ότι το γεγονός πως μόνον η Ιταλία και η Ελλάδα ζητούν ευελιξία δεν είναι καθησυχαστικό.
Σε κάθε περίπτωση, η διαχωριστική γραμμή αφορά και τις δημοσιονομικές δυνατότητες κάθε χώρας. Η Γερμανία μείωσε από την 1η Οκτωβρίου τους φόρους στα καύσιμα κατά περίπου € 0,17 το λίτρο, με κόστος € 2,5 δισ., ενώ ο Βέλγος πρωθυπουργός, Μπαρτ Ντε Βέβερ, απέκλεισε γενικά μέτρα στήριξης δηλώνοντας ότι «δεν υπάρχουν χρήματα».
Στο κλιματικό μέτωπο, Ρώμη και Πράγα δημοσιοποίησαν στις 30 Σεπτεμβρίου κοινό κείμενο με τίτλο «Ενεργειακό κόστος και ευρωπαϊκή βιομηχανική ανταγωνιστικότητα», το οποίο η Τζώρτζια Μελόνι και ο Τσέχος πρωθυπουργός Αντρέι Μπάμπις θα φέρουν στη Σύνοδο Κορυφής. Προτείνουν στοχευμένη αξιοποίηση του Αποθεματικού Σταθερότητας της Αγοράς, ώστε να περιορίζονται οι απότομες αυξήσεις στην τιμή των δικαιωμάτων εκπομπών, και νέα αναβολή του ETS2, του συστήματος τιμολόγησης του άνθρακα στα καύσιμα μεταφορών και θέρμανσης, που σήμερα προβλέπεται να λειτουργήσει πλήρως το 2028, με δημοπρασίες από το 2027. Αξίζει να σημειωθεί ότι το σύστημα εμπορίας εκπομπών δεν είναι η κύρια αιτία της σημερινής ανόδου των τιμών, η οποία προέρχεται από το σοκ στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο.
Στο ίδιο πολιτικό πλαίσιο εντάσσεται και ο κανονισμός για το μεθάνιο. Ο Επίτροπος Γιόργκενσεν ανακοίνωσε στο Δουβλίνο, στις 29 Σεπτεμβρίου, ότι, ύστερα από αιτήματα της πλειονότητας των κρατών-μελών, μεταξύ των οποίων η Γαλλία και η Γερμανία, ζήτησε από τις υπηρεσίες του να εξετάσουν αναβολή κατά ένα έτος των υποχρεώσεων που αφορούν τις εισαγωγές πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα, οι οποίες επρόκειτο να εφαρμοστούν από την 1η Ιανουαρίου 2027. Ο ίδιος επέμεινε ότι δεν πρόκειται για βήμα προς τα πίσω, υπό την προϋπόθεση ότι τα κράτη-μέλη θα χρησιμοποιήσουν αυτό το έτος για να προετοιμαστούν πλήρως. Ωστόσο, κάθε αναβολή απαιτεί έγκριση από το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Τα σενάρια ενόψει της Συνόδου Κορυφής του Οκτωβρίου
Οι επόμενες δύο εβδομάδες έχουν βαριά ατζέντα. Τα μέλη του ΔΟΕ θα συνεδριάσουν τις επόμενες ημέρες για ενδεχόμενες πρόσθετες αποδεσμεύσεις ντίζελ, το Συμβούλιο ECOFIN συνεδριάζει στις 9 Οκτωβρίου, ο Οργανισμός δημοσιεύει τη νέα μηνιαία έκθεσή του για την αγορά πετρελαίου στις 14 Οκτωβρίου και οι ηγέτες των 27 συναντώνται στις Βρυξέλλες στις 15 και 16 Οκτωβρίου. Λίγο αργότερα λήγει η προθεσμία των 20 ημερών για την έκθεση αξιολόγησης του ΔΟΕ, ενώ στις 3 Νοεμβρίου διεξάγονται οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ.
Το βασικό σενάριο, με βάση όσα είναι γνωστά σήμερα, δεν είναι μια γενικευμένη εντολή για μαζική αποδέσμευση ευρωπαϊκών αποθεμάτων. Πιο ρεαλιστικό είναι οι ηγέτες να προσυπογράψουν τη συντονισμένη, εθελοντική και στοχευμένη αποδέσμευση μέσω του ΔΟΕ, να ζητήσουν ενισχυμένη παρακολούθηση της αγοράς και συντονισμό των εργασιών συντήρησης στα διυλιστήρια, όπως προβλέπει η δήλωση της G7, και να αναθέσουν στην Κομισιόν να εξετάσει επιλογές για τη δημοσιονομική ευελιξία μέσα στο υφιστάμενο πλαίσιο. Η αναβολή των κανόνων για το μεθάνιο στις εισαγωγές φαίνεται να συγκεντρώνει ευρεία στήριξη, ενώ για το ETS2 η συζήτηση αναμένεται πιο δύσκολη.
Το σενάριο κλιμάκωσης συνδέεται με τη Μέση Ανατολή. Μια νέα διακοπή στο Ορμούζ ή στην Ερυθρά Θάλασσα, σε συνδυασμό με έναν βαρύ χειμώνα, θα μετέτρεπε την κρίση τιμών σε κρίση επάρκειας. Τότε τα αποθέματα θα χρειάζονταν για τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκαν, και κάθε βαρέλι που θα είχε διατεθεί νωρίτερα θα έλειπε.
Το σενάριο αποκλιμάκωσης προϋποθέτει συμφωνία ΗΠΑ και Ιράν, η οποία σήμερα δεν διαφαίνεται. Ακόμη και τότε, η ανακούφιση θα είναι σταδιακή, καθώς ο ΔΟΕ τοποθετεί την πλήρη αποκατάσταση της προσφοράς από τον Κόλπο στο 2027.
Υπάρχει, τέλος, και ο διατλαντικός κίνδυνος. Η δέσμευση της G7 κατά των απαγορεύσεων εξαγωγών είναι πολιτική και όχι νομικά δεσμευτική. Αν οι ευρωπαϊκές ποσότητες αργήσουν να φτάσουν στην αγορά ή αποδειχτούν μικρότερες από όσα αναμένει η Ουάσιγκτον, η απειλή μπορεί να επανέλθει πριν από τις αμερικανικές εκλογές.
Το βασικό μήνυμα των Βρυξελλών παραμένει ότι η Ευρώπη έχει καύσιμα, αλλά δεν έχει ανοσία από το διεθνές σοκ των τιμών. Η πραγματική δοκιμασία έως τη Σύνοδο του Οκτωβρίου θα είναι αν οι 27 μπορούν να εμφανίσουν κοινή απάντηση, αρκετά γρήγορη για να ανακουφίσει την οικονομία και αρκετά προσεκτική ώστε να μη θέσει σε κίνδυνο την ενεργειακή ασφάλεια του χειμώνα.
Πηγή: ertnews.gr



