Νέες ανοδικές πιέσεις δέχονται οι τιμές των καυσίμων στην ελληνική αγορά, σε μια περίοδο που οι θερινές μετακινήσεις κορυφώνονται και η ζήτηση παραμένει υψηλή. Οι εξελίξεις στη διεθνή σκηνή, με επίκεντρο τον Περσικό Κόλπο, αναζωπυρώνουν τους φόβους για νέες ανατιμήσεις στα πρατήρια, την ώρα που η αμόλυβδη βρίσκεται μια ανάσα από τα 2 ευρώ το λίτρο. Παρά τις προσωρινές εκπτώσεις που συμφωνήθηκαν στη διυλιστηριακή τιμή, η άνοδος του πετρελαίου απειλεί να «σβήσει» το όφελος στην αντλία, διατηρώντας τα καύσιμα στο επίκεντρο της καθημερινότητας οδηγών και επιχειρήσεων.
Σε αρκετές νησιωτικές και απομακρυσμένες περιοχές η τιμή έχει ήδη περάσει το ψυχολογικό όριο των 2 ευρώ, ενώ ανοδικά κινείται και το πετρέλαιο κίνησης. Το αποτέλεσμα είναι να μειώνεται αισθητά η διαφορά ανάμεσα σε βενζίνη και ντίζελ, σε ορισμένα σημεία της αγοράς σε λιγότερο από δέκα λεπτά, εξέλιξη που πιέζει ιδιαίτερα όσους βασίζονται στο ντίζελ για εργασία και μεταφορές.
Καύσιμα: Αμόλυβδη στα 1,979 ευρώ και ντίζελ στα 1,854 ευρώ
Σύμφωνα με τα τελευταία εβδομαδιαία στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Weekly Oil Bulletin) με ημερομηνία 13 Ιουλίου, η μέση τιμή της αμόλυβδης 95 οκτανίων στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στα 1,979 ευρώ το λίτρο, καταγράφοντας αύξηση 2,9 λεπτών μέσα σε μία εβδομάδα. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η άνοδος στο πετρέλαιο κίνησης: +10,1 λεπτά, με τη μέση τιμή να φτάνει στα 1,854 ευρώ το λίτρο.
Τα πιο πρόσφατα εγχώρια δεδομένα δείχνουν ότι το ντίζελ κινείται ήδη κοντά στα 1,88 ευρώ, ενώ η αμόλυβδη παραμένει στην περιοχή των 1,97–1,98 ευρώ. Με αυτές τις τιμές, ένα γέμισμα 50 λίτρων προσεγγίζει τα 99 ευρώ για βενζινοκίνητο όχημα και τα 94 ευρώ για πετρελαιοκίνητο, επιβαρύνοντας άμεσα τον οικογενειακό προϋπολογισμό, ειδικά εν μέσω διακοπών.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ελλάδα κατατάσσεται στην πέμπτη υψηλότερη μέση τιμή αμόλυβδης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πίσω από Δανία, Ολλανδία, Φινλανδία και Γερμανία. Ο μέσος όρος στην Ε.Ε. διαμορφώνεται στα 1,851 ευρώ για την αμόλυβδη και στα 1,823 ευρώ για το ντίζελ, γεγονός που αναδεικνύει πόσο «ακριβά» παραμένουν τα καύσιμα στη χώρα σε σύγκριση με την ευρωπαϊκή αγορά.
Διεθνής αναταραχή: άνοδος έως 16% σε μία εβδομάδα
Η νέα πίεση στην αντλία δεν γεννήθηκε εντός συνόρων. Προέρχεται κυρίως από τις διεθνείς τιμές του αργού και τη γενικότερη ανησυχία για τις ενεργειακές ροές. Το μπρεντ έκλεισε την Παρασκευή στα 88,10 δολάρια το βαρέλι, με ημερήσια άνοδο 4,59%, ενώ το αμερικανικό αργό WTI έκλεισε στα 82,49 δολάρια.
Μέσα σε μία εβδομάδα, και οι δύο δείκτες ενισχύθηκαν περίπου κατά 16%, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη εβδομαδιαία άνοδό τους από τον Απρίλιο και επιστρέφοντας στα υψηλότερα επίπεδα από τα μέσα Ιουνίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις αρχές Ιουλίου το μπρεντ είχε υποχωρήσει κοντά στα 72 δολάρια. Μέσα σε λιγότερο από δύο εβδομάδες αυξήθηκε πάνω από 20%, καθώς κατέρρευσε η προσωρινή συμφωνία αποκλιμάκωσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Πλέον οι αγορές δεν ανησυχούν μόνο για τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, αλλά και για τον κίνδυνο επιθέσεων σε άλλες θαλάσσιες οδούς ή ενεργειακές εγκαταστάσεις στην ευρύτερη περιοχή. Πριν από τον πόλεμο, από αυτή τη θαλάσσια δίοδο περνούσε περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου — ένας κρίσιμος «λαιμός μπουκαλιού» που, αν περιοριστεί, μεταφράζεται σε ακριβότερα καύσιμα διεθνώς και τελικά στην αντλία.
Με το άνοιγμα των διεθνών αγορών τη Δευτέρα, οι τιμές θα βρεθούν ξανά στο μικροσκόπιο. Αν το μπρεντ διατηρηθεί πάνω από τα 85–88 δολάρια, οι αυξήσεις στα προϊόντα διύλισης εκτιμάται ότι θα συνεχίσουν να πιέζουν την ελληνική χονδρική και, στη συνέχεια, τη λιανική. Το Reuters ήδη καταγράφει ενδείξεις σημαντικής διαταραχής στις ενεργειακές ροές και φόβους για περαιτέρω άνοδο.
Γιατί το ντίζελ ανεβαίνει ταχύτερα
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η πορεία του πετρελαίου κίνησης. Πέρα από την ένταση στη Μέση Ανατολή, καταλυτικό ρόλο παίζουν και τα ουκρανικά πλήγματα σε ρωσικά διυλιστήρια, τα οποία έχουν περιορίσει τις ρωσικές εξαγωγές και έχουν «σφίξει» την προσφορά στην αγορά ντίζελ. Οι διεθνείς τιμές του ντίζελ αυξάνονται ταχύτερα από εκείνες της βενζίνης, κάτι που εξηγεί και τη σύγκλιση των τιμών στην Ελλάδα.
Δεν είναι η πρώτη φορά που παρατηρείται αυτό το φαινόμενο. Στις αρχές Απριλίου είχε καταγραφεί ανάλογη εικόνα, όταν για ορισμένες ημέρες το ντίζελ είχε φτάσει ή και ξεπεράσει τη βενζίνη σε μέρος της αγοράς. Εάν η διεθνής πίεση συνεχιστεί, το ενδεχόμενο νέας σύγκλισης παραμένει ανοιχτό, με άμεσες συνέπειες για μεταφορές, επαγγελματίες οδηγούς και τον συνολικό πληθωρισμό κόστους.
Οι εκπτώσεις των διυλιστηρίων και το «φρένο» της διεθνούς ανόδου
Από τις 14 Ιουλίου εφαρμόζεται η συμφωνία της κυβέρνησης με τη HELLENiQ ENERGY και τη Motor Oil για προσωρινή μείωση των τιμών έως τις 31 Αυγούστου. Οι δύο όμιλοι διαθέτουν συνολικά 40 εκατ. ευρώ με στόχο έκπτωση 10 λεπτών ανά λίτρο στην αμόλυβδη 95 οκτανίων και 5 λεπτών στο πετρέλαιο κίνησης. Η μείωση εφαρμόζεται στη διυλιστηριακή τιμή και αφορά καύσιμα που προορίζονται για την ελληνική αγορά.
Ωστόσο, η παράλληλη άνοδος των διεθνών τιμών περιορίζει το τελικό όφελος που φτάνει στην αντλία. Η Ομοσπονδία Βενζινοπωλών Ελλάδος ανέφερε ότι την πρώτη ημέρα εφαρμογής η πραγματική μείωση στις τιμές των διυλιστηρίων ήταν 8,68 λεπτά για τη βενζίνη και μόλις 1,61 λεπτά για το ντίζελ, καθώς μέρος της έκπτωσης απορροφήθηκε από τις ανατιμήσεις.
Τι να περιμένουμε τις επόμενες ημέρες
Η πορεία των τιμών θα εξαρτηθεί κυρίως από τη διάρκεια και την ένταση των συγκρούσεων, την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, αλλά και τη διακύμανση των διεθνών τιμών βενζίνης και ντίζελ. Εάν δεν υπάρξει ουσιαστική αποκλιμάκωση, είναι πιθανό η αμόλυβδη να ξεπεράσει εκ νέου τα 2 ευρώ κατά μέσο όρο, με ακόμη υψηλότερες τιμές στα νησιά και στις τουριστικές περιοχές.
Σε ένα τόσο ευαίσθητο διεθνές περιβάλλον, τα καύσιμα παραμένουν ο πιο άμεσος δείκτης του πώς οι γεωπολιτικές εξελίξεις περνούν από τα χρηματιστήρια ενέργειας στο πορτοφόλι του καταναλωτή. Κι όσο το μπρεντ κρατάει υψηλά επίπεδα και οι ροές παραμένουν αβέβαιες, οι εκπτώσεις δυσκολεύονται να αντισταθμίσουν το κύμα ανατιμήσεων. Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν η αγορά θα ανακουφιστεί ή αν τα καύσιμα θα συνεχίσουν να κινούνται επικίνδυνα κοντά —και πάνω— από το όριο των 2 ευρώ.



