Η ανισότητα στην Ελλάδα, όπως αποκαλύπτει η πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ, είναι μεγαλύτερη από ό,τι υποδεικνύουν οι στατιστικές του εισοδήματος. Η πραγματική εικόνα της δυσφορίας που βιώνουν τα νοικοκυριά αντανακλάται σε πολλαπλές διαστάσεις, όπως η ποιότητα της εργασίας, η πρόσβαση σε μια αξιόλογη εκπαίδευση, οι ανισότητες στον τομέα της υγείας, η επάρκεια των υπηρεσιών μακροχρόνιας φροντίδας και οι αυξανόμενες πιέσεις από το κόστος στέγασης. Ιδιαίτερα οι οικογένειες με χαμηλού εισοδήματος βλέπουν τις ευκαιρίες τους να περιορίζονται, ενισχύοντας την ψαλίδα των ανισοτήτων.
Οι αδυναμίες στην πρόσβαση στην υγεία και την εκπαίδευση
Η πρόσβαση σε υγειονομικές υπηρεσίες και εκπαίδευση διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη δυνατότητα των νοικοκυριών να εξέλθουν από την οικονομική τους δυσχέρεια. Μια από τις πιο ανησυχητικές πτυχές της μελέτης είναι η αύξηση της ανισότητας στην υγεία, η οποία επηρεάζεται βαθιά από το εισόδημα. Δηλαδή, οι πολίτες με χαμηλά εισοδήματα δυσκολεύονται περισσότερο να αποκτήσουν την κατάλληλη ιατρική περίθαλψη.
Επιπρόσθετα, οι διαφορές στον τομέα της εκπαίδευσης είναι επίσης εντυπωσιακές. Παρά την αύξηση των αποφοίτων, οι νέοι από οικογένειες με χαμηλό κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο συχνά έχουν λιγότερες πιθανότητες να αποκτήσουν ανώτερη εκπαίδευση. Η εξάρτηση από την παραπαιδεία και οι δυσκολίες ολοκλήρωσης σπουδών περιορίζουν τον εξισωτικό ρόλο του εκπαιδευτικού συστήματος.
Η εισοδηματική ανισότητα στην Ελλάδα
Η μελέτη του ΙΟΒΕ καταγράφει μια επικίνδυνη αντίφαση στην εικόνα της εισοδηματικής ανισότητας. Αν και οι στατιστικοί δείκτες δείχνουν βελτίωση και συρρίκνωση της ανισότητας, η καθημερινότητα πολλών νοικοκυριών δεν έχει βελτιωθεί ανάλογα. Περίπου το 68% των πολιτών αναφέρει δυσκολίες στην κάλυψη βασικών αναγκών, ενώ η αίσθηση ανισότητας παραμένει έντονη.
Ο δείκτης Gini, που μετρά τις ανισότητες, έχει μειωθεί από 34,2% το 2015 σε 31,6% το 2025. Ωστόσο, σχεδόν το 19% των πολιτών στην ΕΕ δηλώνει ότι μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του, ένα ποσοστό που φανερώνει έντονες οικονομικές πιέσεις.
Η αγορά εργασίας και οι περιορισμοί της
Η αγορά εργασίας θεωρείται κλειδί για την οικονομική ανασυγκρότηση, με τη μείωση της ανεργίας και την αύξηση της απασχόλησης. Παρ’ όλα αυτά, οι δομικές ανισότητες εξακολουθούν να εμποδίζουν την κοινωνική κινητικότητα. Η υψηλή αυτοαπασχόληση και η χαμηλή συμμετοχή γυναικών και ατόμων με αναπηρία στην αγορά εργασίας είναι παράγοντες που συνεχίζουν να διευρύνουν το χάσμα.
Η ανεργία έχει πέσει από 24,9% στο 8,8% τα τελευταία χρόνια, αλλά οι αυτοαπασχολούμενοι παραμένουν σε ανησυχητικά υψηλές κατηγορίες. Αξιοσημείωτο είναι ότι πάνω από το 50% των ανέργων αντιμετωπίζουν μακροχρόνια ανεργία.
Στέγαση: Μια αναδυόμενη πηγή ανισοτήτων
Η στέγαση έχει αναδυθεί ως μια σοβαρή πηγή ανισοτήτων τα τελευταία χρόνια, με την τιμή των ενοικίων και των ακινήτων να έχει εκτοξευτεί. Το κόστος στέγασης επιβαρύνει ιδιαίτερα τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος, ενώ πολλοί νέοι δυσκολεύονται να αποκτήσουν πρόσβαση σε ποιοτικές και οικονομικά προσιτές κατοικίες.



