Η στεγαστική κρίση εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά, καθώς οι τιμές των ακινήτων και τα ενοίκια παραμένουν σε υψηλά επίπεδα. Παράλληλα, όμως, η αγορά των στεγαστικών δανείων στην Ελλάδα παρουσιάζει αξιοσημείωτη δυναμική. Οι εκταμιεύσεις νέων δανείων από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες αυξάνονται με ιδιαίτερα υψηλούς ρυθμούς, ενώ το κόστος χρηματοδότησης σε βασικές κατηγορίες σταθερού επιτοκίου διαμορφώνεται χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης.
Η τάση αυτή αποτυπώνει τόσο την ενίσχυση του ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών όσο και τη σταδιακή επαναφορά της στεγαστικής πίστης στο επίκεντρο της αγοράς ακινήτων. Παρά τη βελτίωση, η Ελλάδα εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από τα ευρωπαϊκά επίπεδα ως προς το ποσοστό των αγοραπωλησιών που χρηματοδοτούνται μέσω στεγαστικού δανείου.
Στεγαστικά δάνεια: Άνοδος 34,9% στο οκτάμηνο του 2026
Σύμφωνα με στοιχεία της IMS Financial Consulting, τα οποία παρουσιάστηκαν από τον διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας, Κυριάκο Καμπούρη, με αφορμή τη συμπλήρωση 20 ετών παρουσίας του Spitogatos στην αγορά, οι εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες ανήλθαν σε 1,835 δισ. ευρώ κατά το πρώτο οκτάμηνο του 2026.
Το αντίστοιχο ποσό την ίδια περίοδο του 2025 ήταν περίπου 1,360 δισ. ευρώ. Η αύξηση ανέρχεται σε 34,9%, δηλαδή περίπου 475 εκατ. ευρώ περισσότερες εκταμιεύσεις μέσα σε έναν χρόνο. Η επίδοση αυτή επιβεβαιώνει ότι η ανοδική πορεία της στεγαστικής πίστης δεν ήταν συγκυριακή, αλλά συνεχίζεται και το 2026.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η ανάπτυξη δεν οφείλεται αποκλειστικά στα κρατικά προγράμματα στέγασης. Οι εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων εκτός του προγράμματος «Σπίτι μου» αυξήθηκαν από 979 εκατ. ευρώ στο οκτάμηνο του 2025 σε 1,246 δισ. ευρώ στο αντίστοιχο διάστημα του 2026. Η άνοδος διαμορφώθηκε στο 27,3%, γεγονός που δείχνει ότι ενισχύεται και η ζήτηση για συμβατικά τραπεζικά προϊόντα.
Παράλληλα, σημαντική παραμένει η συμβολή του προγράμματος «Σπίτι μου». Οι σχετικές εκταμιεύσεις αυξήθηκαν από 381 εκατ. ευρώ σε 589 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας άνοδο 54,6%. Τα κρατικά προγράμματα εξακολουθούν να διευκολύνουν την πρόσβαση, κυρίως για νεότερα νοικοκυριά και αγοραστές πρώτης κατοικίας, λειτουργώντας ως καταλύτης για τη στεγαστική αγορά.
Από τα 594 εκατ. ευρώ στα 2,515 δισ. ευρώ
Η δυναμική της στεγαστικής πίστης γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν εξεταστεί η εξέλιξη των εκταμιεύσεων σε βάθος πενταετίας. Από το 2020 έως το 2025, οι εκταμιεύσεις των τεσσάρων συστημικών τραπεζών υπερτετραπλασιάστηκαν:
– 594 εκατ. ευρώ το 2020
– 884 εκατ. ευρώ το 2021
– 1,21 δισ. ευρώ το 2022
– 1,3 δισ. ευρώ το 2023
– 1,771 δισ. ευρώ το 2024
– 2,515 δισ. ευρώ το 2025
Μόνο το 2025, οι συνολικές εκταμιεύσεις αυξήθηκαν κατά 42% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη βελτίωση της οικονομικής δραστηριότητας, την αυξημένη ζήτηση για κατοικίες, τα προγράμματα επιδότησης και τη μεγαλύτερη διαθεσιμότητα ανταγωνιστικών τραπεζικών προϊόντων.
Ωστόσο, τα περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης παραμένουν σημαντικά. Στην Ελλάδα, μόλις το 23% των αγοραπωλησιών ακινήτων πραγματοποιείται με τη χρήση στεγαστικού δανείου. Στην Ευρώπη, το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 45%. Με άλλα λόγια, η ευρωπαϊκή αγορά αξιοποιεί τη στεγαστική χρηματοδότηση σχεδόν σε διπλάσιο βαθμό σε σχέση με την ελληνική.
Η διαφορά των 22 ποσοστιαίων μονάδων δείχνει ότι ένα μεγάλο μέρος των αγορών ακινήτων στην Ελλάδα εξακολουθεί να πραγματοποιείται με ίδια κεφάλαια. Η περιορισμένη πρόσβαση στη χρηματοδότηση, οι αυστηρότεροι κανόνες αξιολόγησης και η επιφυλακτικότητα των νοικοκυριών αποτελούν παράγοντες που εξακολουθούν να συγκρατούν τη ζήτηση.
Ανταγωνιστικά επιτόκια χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης
Σημαντική ώθηση στη στεγαστική πίστη δίνει και ο έντονος ανταγωνισμός μεταξύ των ελληνικών τραπεζών. Ο ανταγωνισμός αυτός έχει οδηγήσει σε αποκλιμάκωση του κόστους για τα νέα στεγαστικά δάνεια, ιδιαίτερα στις κατηγορίες σταθερού επιτοκίου.
Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δείχνουν ότι τον Ιούλιο, για στεγαστικά δάνεια προς νοικοκυριά με αρχική περίοδο καθορισμένου επιτοκίου άνω του ενός και έως πέντε έτη, το μέσο επιτόκιο στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 2,89%. Το αντίστοιχο μέσο επιτόκιο στην ευρωζώνη ήταν 3,57%.
Με βάση τα ίδια στοιχεία, η Ελλάδα βρισκόταν στην τέταρτη χαμηλότερη θέση μεταξύ των χωρών της ζώνης του ευρώ στη συγκεκριμένη κατηγορία. Τα χαμηλότερα επιτόκια καταγράφονταν στη Μάλτα, με 1,77%, στην Κροατία, με 2,62%, και στην Πορτογαλία, με 2,84%. Στον αντίποδα, η Λετονία εμφάνιζε επιτόκιο 8,45% και η Εσθονία 8,02%.
Στη Γερμανία, την Ισπανία και την Ιταλία, τα επιτόκια για την ίδια κατηγορία δανείων κυμαίνονταν από 3,69% έως 3,97%, δηλαδή υψηλότερα από το ελληνικό επίπεδο.
Ανάλογη ήταν η εικόνα και στα στεγαστικά δάνεια με μεγαλύτερη διάρκεια σταθερού επιτοκίου. Για περίοδο σταθερού επιτοκίου άνω των δέκα ετών, το μέσο επιτόκιο στην Ελλάδα διαμορφώθηκε τον Μάιο στο 3,20%, έναντι 3,36% στην ευρωζώνη. Η Ελλάδα κατατάχθηκε έτσι στην πέμπτη χαμηλότερη θέση της συγκεκριμένης κατηγορίας.
Τα υψηλότερα επιτόκια καταγράφηκαν στην Εσθονία, με 10,37%, στη Σλοβακία, με 5,29%, και στη Λετονία, με 5,02%. Αντίθετα, χαμηλότερα επίπεδα εμφάνισαν η Βουλγαρία, με 2,53%, η Ισπανία, με 2,66%, και η Κροατία, με 2,92%.
Η άνοδος των εκταμιεύσεων και τα ανταγωνιστικά επιτόκια δημιουργούν θετικότερες προϋποθέσεις για την ελληνική στεγαστική αγορά. Τα στεγαστικά δάνεια ανακτούν σταδιακά τη θέση τους ως βασικό εργαλείο χρηματοδότησης της κατοικίας, αν και η πρόσβαση σε αυτά εξακολουθεί να επηρεάζεται από το εισόδημα, τις τιμές των ακινήτων και τα τραπεζικά κριτήρια. Εφόσον διατηρηθούν ο ανταγωνισμός και οι ευνοϊκότερες τιμολογιακές συνθήκες, η στεγαστική πίστη μπορεί να συνεχίσει να αναπτύσσεται, μειώνοντας σταδιακά την απόσταση από τα ευρωπαϊκά επίπεδα.



