Η Θεοδώρα Τζήμου μίλησε στο περιοδικό OK! και τον Αστέρη Κασιμάτη με μια ειλικρίνεια που σπάνια συναντά κανείς σε δημόσιες συνεντεύξεις: για τη σχέση της με τον χρόνο, για τις αγωνίες που της γεννά η ηλικία, αλλά και για το πώς η ψυχοθεραπεία έγινε ένα σταθερό, ουσιαστικό στήριγμα στην καθημερινότητά της. Χωρίς δραματοποιήσεις και χωρίς ωραιοποιήσεις, περιγράφει μια κατάσταση οικεία σε πολλούς ανθρώπους: τη στιγμή που συνειδητοποιείς ότι ο χρόνος περνά, αλλά ταυτόχρονα αρνείσαι να αφήσεις αυτή τη σκέψη να ορίζει τη ζωή σου.
Παρότι παραδέχεται ότι κατά διαστήματα την απασχολεί έντονα το πέρασμα των χρόνων, επιμένει πως δεν θέλει να γίνεται «πρώτο ζήτημα». Για εκείνη, το να νιώθει κανείς το βάρος της ηλικίας είναι ανθρώπινο, όμως το να παραδοθεί σε αυτό είναι επιλογή. Και η ίδια επιλέγει να κρατά μια ισορροπία: να αναγνωρίζει τις σκέψεις της, χωρίς να επιτρέπει να την καταβάλουν.
Η Θεοδώρα Τζήμου για τον χρόνο, την ηλικία και την ψυχοθεραπεία
Στην ερώτηση αν είναι συμφιλιωμένη με τον χρόνο που περνά, η απάντησή της είναι ρεαλιστική και καθόλου «γυαλισμένη». «Θα ήταν ψέμα να πω ότι δεν μπαίνω σε μια διαδικασία να με απασχολεί ο χρόνος που περνά από πάνω μου», παραδέχεται. Και εξηγεί ότι αυτό δεν είναι ένα μόνιμο άγχος, αλλά κάτι που έρχεται σε κύματα. Υπάρχουν περίοδοι που την αγγίζει περισσότερο και άλλες που υποχωρεί.
Εκεί όμως που η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι όταν μιλά για τη διαφορετική σχέση που έχουν οι ηθοποιοί με την ηλικία. Όπως λέει, η ενέργεια ενός ηθοποιού δεν συμβαδίζει πάντα με την «κοινωνική ηλικία». Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι 52, 60 ή 45, αλλά μέσα στη δουλειά του να κινείται, να σκέφτεται και να νιώθει με έναν τρόπο που δεν «ταιριάζει» στα στερεότυπα. Αυτό, όπως παραδέχεται, μπορεί να την κάνει να αισθάνεται κάποιες φορές «σαν UFO» — σαν να βρίσκεται λίγο εκτός συγχρονισμού με το πώς η κοινωνία περιμένει να συμπεριφέρεται κάποιος σε μια συγκεκριμένη ηλικία.
Η εικόνα είναι έντονη και χαρακτηριστική: σαν να χρειάζεται κάποιος να την «προσγειώσει». Η ίδια το λέει με χιούμορ, αλλά πίσω από το γέλιο υπάρχει και μια λεπτή σκιά. «Ναι. Ότι “ξέρεις, Θεοδώρα, είσαι 52. Συντονίσου”», λέει, γελώντας. Κι αμέσως μετά αφήνει να φανεί το πιο ευάλωτο κομμάτι: ότι όλο αυτό κάποιες φορές της γεννά θλίψη και αγωνίες. Δεν το παρουσιάζει ως κάτι μοναδικό ή ιδιαίτερο, αλλά ως μια μάχη που δίνουν πολλοί άνθρωποι, ο καθένας με τον τρόπο του.
«Δυσκολεύομαι να ενηλικιωθώ»: η παραδοχή που ανοίγει χώρο για φροντίδα
Όταν η συζήτηση πηγαίνει στο κατά πόσο συνειδητοποιεί την πραγματική της ηλικία, η Θεοδώρα Τζήμου απαντά ξεκάθαρα: «Όχι». Και συμπληρώνει ότι αυτό έχει δύο όψεις: μια καλή και μια δύσκολη. Η καλή πλευρά ίσως είναι ότι κρατά μέσα της μια ζωντάνια, μια εσωτερική κίνηση που δεν περιορίζεται από αριθμούς. Η δύσκολη είναι ότι αυτό μπορεί να δημιουργεί σύγχυση, να φέρνει ανασφάλειες ή να καθυστερεί μια βαθύτερη αποδοχή της πραγματικότητας.
«Δυσκολεύομαι να ενηλικιωθώ», λέει γελώντας. Και αμέσως εξηγεί ότι ακριβώς γι’ αυτό έχει επιλέξει την ψυχοθεραπεία. Δεν το λέει ως «λύση-μαγικό ραβδί», ούτε ως κάτι που σε μεταμορφώνει από τη μια μέρα στην άλλη. Το παρουσιάζει ως μια συνειδητή απόφαση αυτοφροντίδας, μια πρακτική που την έχει βοηθήσει ουσιαστικά και σταθερά. «Είναι από τα καλύτερα πράγματα που έχω αποφασίσει να κάνω για τον εαυτό μου, να τον βοηθάω και να τον φροντίζω», τονίζει.
Πώς μπήκε η ψυχοθεραπεία στη ζωή της
Η σχέση της με την ψυχοθεραπεία δεν ήταν στιγμιαία. Όπως εξηγεί, το πάλευε χρόνια: ξεκινούσε, σταματούσε, προσπαθούσε να βρει τον ρυθμό της. Μέχρι που πλέον πηγαίνει τακτικά, κάτι που δείχνει πως η διαδικασία, για να λειτουργήσει, χρειάζεται χρόνο, συνέπεια και το σωστό πλαίσιο.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στο πόσο σημαντικό είναι να βρεις τον κατάλληλο θεραπευτή. Δεν είναι όλες οι συνεργασίες ίδιες, ούτε «ταιριάζουν» όλοι με όλους. Για τη Θεοδώρα Τζήμου, η συνάντηση με τη συγκεκριμένη θεραπεύτρια ήρθε σε μια δύσκολη προσωπική στιγμή και έπαιξε καθοριστικό ρόλο. «Κάπως έτυχε και συναντήθηκα με αυτή τη γυναίκα και την ευγνωμονώ», λέει, αναγνωρίζοντας ανοιχτά τη σημασία της υποστήριξης που βρήκε.
Και η δύσκολη στιγμή που περιγράφει δεν είναι μικρή: η μητέρα της είχε περάσει καρκίνο, κάτι που την επηρέασε βαθιά. Η ίδια μιλά για το αίσθημα ότι έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της. Αναφέρει επίσης τη στενή τους σύνδεση και το βάρος της φροντίδας όταν η μητέρα της αρρώστησε. Ευτυχώς, όπως λέει, τώρα είναι καλά — αλλά η εμπειρία αυτή άφησε αποτύπωμα, και φαίνεται πως λειτούργησε ως σημείο καμπής που την έφερε πιο κοντά στην ανάγκη να στηριχτεί και η ίδια.
Στο τέλος, αυτό που μένει από τα λόγια της Θεοδώρας Τζήμου είναι η αίσθηση μιας ήρεμης, γενναίας παραδοχής: ότι η ηλικία δεν είναι μόνο ένας αριθμός, αλλά και μια διαδρομή αποδοχής, επαναπροσδιορισμού και φροντίδας. Και ότι η ψυχοθεραπεία, όταν γίνεται με συνέπεια και με τον κατάλληλο άνθρωπο απέναντι, μπορεί να είναι ένα από τα πιο ουσιαστικά «δώρα» που κάνει κανείς στον εαυτό του — όχι για να σταματήσει τον χρόνο, αλλά για να μάθει να ζει μέσα του με περισσότερη αλήθεια και λιγότερο φόβο.



